Περπάταγα ανέμελα στους δρόμους της πόλης, όταν ξαφνικά μια τσιριχτή φωνή έσκισε σαν βέλος τον αέρα : — Κύριε Παναγιωτόπουλε!
— Σας ξέρω; απάντησα στον νεαρό, γυρίζοντας ξαφνιασμένος προς το μέρος του. — Όχι, αλλά εγώ σας ξέρω καλά! Είστε ο αγαπημένος συγγραφέας του πατέρα μου! — Συγγραφέας; Μα τι λες, άνθρωπέ μου, δεν έχω γράψει ούτε λίστα για τα ψώνια στη ζωή μου. — Τίποτα ακόμη! Αλλά θα γράψετε! Θα γράψετε σπουδαία πράγματα!
«Τρελός θα είναι», σκέφτηκα, αλλά αυτός συνέχισε να με κοιτάζει εκστασιασμένος, με μάτια που γυάλιζαν από μια αλλόκοτη βεβαιότητα.
— Το βιβλίο σας, «Ο Δον Κιχώτης της Ασφάλτου», συνέχισε να λέει με πάθος, θα μεταφραστεί σε ογδόντα γλώσσες! Θα γίνει μπεστ σέλερ, θα γυριστεί ταινία και θα πάρετε το πρώτο σας Όσκαρ! — Μα τι λες ρε φίλε, τρελάθηκες; Μεθυσμένος είσαι; του απάντησα και γύρισα την πλάτη μου για να φύγω.
— Ξέρω, σας ακούγονται τρελά όλα αυτά, αλλά πώς να σας το πω... είμαι χρονοταξιδιώτης από το μέλλον! Συγκεκριμένα από το δύο χιλιάδες ενενήντα δύο! — Με δουλεύεις, έτσι; τον ρώτησα, πλέον φανερά ενοχλημένος. — Όχι, αφήστε με να σας εξηγήσω! Τα ταξίδια στον χρόνο ανακαλύφθηκαν τυχαία από τον Δόκτωρ Τόμας Χάνσον, όταν έριξε ένα χημικό για να καθαρίσει τους υπονόμους και ανακάλυψε ότι το υγρό αυτό στρεβλώνει τον χωροχρόνο, δημιουργώντας μια σκουληκότρυπα και το ταξίδι γίνεται εφικτό! Θα ήθελα να σας πω περισσότερα, αλλά η σκουληκότρυπα ανοίγει μόνο για δώδεκα λεπτά. Μου μένουν μόλις πενήντα οχτώ δευτερόλεπτα! Αν καθυστερήσω, θα εγκλωβιστώ σε μια χρονοστρέβλωση για πάντα!
Άρχισε να τρέχει κι εγώ, από ένα παράξενο ένστικτο, τον ακολούθησα. Έφτασε σε έναν υπόνομο, σήκωσε το βαρύ καπάκι με μια κίνηση, πήδηξε μέσα, είδα μια απόκοσμη λάμψη φωτός και... εξαφανίστηκε!
Ναι, έτσι απλά, έγινε καπνός μέσα στις λάσπες. «Είναι δυνατόν;» αναρωτήθηκα. «Ταξίδια στον χρόνο μέσω... υπονόμων; Συγγραφέας μπεστ σέλερ... Το πρώτο μου Όσκαρ... δηλαδή υπάρχει και δεύτερο;»
Εκείνη τη στιγμή, ο θόρυβος της πόλης άρχισε να σβήνει. Η βαριά μυρωδιά της ασφάλτου μεταμορφώθηκε σε άρωμα ακριβής κολόνιας. Το γκρίζο, σπασμένο πεζοδρόμιο έγινε ένα βελούδινο κόκκινο χαλί. Είδα τον εαυτό μου —πιο αδύνατο, με ένα σμόκιν που αγκάλιαζε τέλεια τους ώμους μου— να στέκεται κάτω από τους χρυσούς προβολείς του Dolby Theatre.
Από κάτω, ο Σπίλμπεργκ και ο Σκορσέζε με κοιτούσαν με κομμένη την ανάσα. Η Σκάρλετ Γιόχανσον μου έστελνε φιλιά και η Μάργκοτ Ρόμπι μου σχημάτισε μια καρδιά με τα δάχτυλά της ψιθυρίζοντας «I love you». Σήκωσα το αγαλματίδιο, ένιωσα το κρύο, στιλπνό μέταλλο στην παλάμη μου και οι επευφημίες έσειαν την αίθουσα. Πλησίασα το μικρόφωνο, καθάρισα τον λαιμό μου και με φωνή γεμάτη βάθος, ξεκίνησα:
— Θέλω να ευχαριστήσω...
— Σπήλιο! Μια διαπεραστική κραυγή τρύπησε τα αυτιά μου. Το κόκκινο χαλί διαλύθηκε σε βρώμικο τσιμέντο. Ο Σκορσέζε και η Μάργκοτ Ρόμπι εξαϋλώθηκαν σαν ομίχλη. Το Όσκαρ; Ένα τσαλακωμένο φυλλάδιο delivery που έγραφε «Προσφορά: 2 πίτσες + 1 κόκα κόλα».
— Σπήλιο, έλα να κεράσω καφεδάκι! μου φώναξε ο Χρήστος από την καφετέρια στη γωνία.
Τον πλησίασα σαν υπνωτισμένος. Τράβηξα μια καρέκλα που έτριξε ενοχλητικά και κάθισα. — Φαίνεσαι λίγο χαμένος, μου είπε ο Χρήστος. Όλα καλά; — Όλα καλά... του απάντησα. Κάτι σκεφτόμουν. — Τι νέα; Χαθήκαμε. Δουλεύεις σήμερα;
— Σταμάτησα! του απάντησα κοφτά, με το βλέμμα μου ακόμα καρφωμένο στο κενό. — Σταμάτησες; Πότε; — Σήμερα, φίλε. Τώρα! απάντησα χωρίς δισταγμό. Θα αφιερωθώ στο συγγραφικό μου έργο.
Ο Χρήστος άφησε το κουταλάκι του να πέσει στο πιατάκι με έναν μεταλλικό ήχο. — Συγγραφικό έργο; Γράφεις κάτι; — Ένα βιβλίο. «Τον Δον Κιχώτη της Ασφάλτου». — Και περί τίνος πρόκειται; — Δεν ξέρω ακόμα, τώρα το άρχισα. — Αλλά τον τίτλο τον ξέρεις ήδη, ε; μου πέταξε με μια γερή δόση ειρωνείας. — Γέλα, φίλε, όσο μπορείς, του απάντησα με θυμό. Αλλά όταν γίνει μπεστ σέλερ και πάρω το Όσκαρ, να δούμε τι θα λες.
Ο Χρήστος γούρλωσε τα μάτια και με κοίταζε σαν να έβλεπε φάντασμα. Ξαφνικά, ακούστηκαν φωνές και σειρήνες. Γύρισα και είδα δύο αστυνομικούς να έχουν μπαγλαρώσει έναν τύπο λίγα μέτρα πιο πέρα. Τον κοίταξα, με κοίταξε κι αυτός, σήκωσε τις χειροπέδες ψηλά και άρχισε να ουρλιάζει με όλη του τη δύναμη: — Χρονοστρέβλωση! Χρονοστρέβλωση! Θα χάσω την πύλη!
— Ο Θανασάκης... είπε ο Χρήστος κουνώντας το κεφάλι του με οίκτο. — Ο... ποιος; — Ο Θανασάκης! Μεγάλη περίπτωση, έχει γυρίσει όλα τα ψυχιατρεία της χώρας. Η κακομοίρα η μάνα του κοντεύει να πεθάνει από τη στεναχώρια της. Νομίζει ότι είναι χρονοταξιδιώτης από το μέλλον. Κατάλαβες τώρα;
Ένιωσα μια παγωνιά να ανεβαίνει από το στομάχι μου. Σηκώθηκα απότομα. — Πρέπει να φύγω, Χρήστο, βιάζομαι. — Πού πας, ρε; Κάτσε να τελειώσουμε τον καφέ! — Δουλεύω, θα αργήσω! του είπα βιαστικά, αποφεύγοντας να τον κοιτάξω στα μάτια. — Δουλεύεις; Μα δεν είπες πριν ένα λεπτό ότι σταμάτησες; ρώτησε ο Χρήστος με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. — Όχι! Δεν είπα τίποτα! — Και το βιβλίο; Το μπεστ σέλερ; — Θα τα πούμε άλλη φορά, βιάζομαι! — Και το Όσκαρ, Σπήλιο; φώναξε χαμογελώντας ειρωνικά καθώς απομακρυνόμουν.
— Βιάζομαι, θα αργήσω! του φώναξα αυξάνοντας τον βηματισμό μου.
«Ε ρε τρέλα που κουβαλάει ο κόσμος...» τον άκουσα να μονολογεί πίσω μου καθώς έφευγα ελπίζοντας βέβαια...να εννοεί... τον Θανασάκη!
.....
Σε λίγο έφτασα στο αυτοκίνητό μου, γελώντας με τον εαυτό μου, που είχε πιστέψει τέτοια ιστορία. Έβαλα το χέρι στην τσέπη να βρω τα κλειδιά μου όταν έπιασα ένα παράξενο αντικείμενο, Ήταν ένα ιριδίζων νόμισμα με ημερομηνία 2036 και πάνω έγραφε... ''Επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Γραμμάτων Σπήλιος Παναγιωτόπουλος''
Σάστισα ομολογώ για λίγα δευτερόλεπτα. Στην συνέχεια όμως έπιασα το φυλλάδιο του delivery που είχα τσαλακώσει νωρίτερα, το άνοιξα με γρήγορες κινήσεις. Στο λευκό περιθώριο, δίπλα στις τιμές για τα σουβλάκια, άρχισα να γράφω με έναν στυλό που βρήκα στο αυτοκίνητο:
Ο Δον Κιχώτης της ασφάλτου. Κεφάλαιο 1:....