το φεγγαρόφωτο
νουβέλα.
Ο ουρανός ήταν βαμμένος με χρώματα του ηλιοβασιλέματος, όταν το φεγγάρι
άρχισε να ανατέλλει.
Η σιωπή της νύχτας ήταν η μόνη μουσική που ακουγόταν, καθώς το
φεγγαρόφωτο έλουζε το τοπίο.
Η γυναικεία μορφή εμφανίστηκε ξαφνικά, σαν να βγήκε από το φεγγαρόφωτο.
Τα μαλλιά της ήταν μακριά και ανοιχτά, και τα μάτια της έλαμπαν σαν αστέρια.
Περπάτησε προς το μέρος μου, και εγώ ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά.
"Ποια είσαι;" ρώτησα, αλλά εκείνη δεν απάντησε.
Απλώς συνέχισε να περπατά, μέχρι που εξαφανίστηκε στη νύχτα.
Έμεινα εκεί, κοιτώντας το φεγγάρι, και αναρωτώμενος αν ήταν
όραμα ή πραγματικότητα.
Η νύχτα ήταν ακόμα νέα, και το φεγγαρόφωτο συνέχιζε να λάμπει.
Αποφάσισα να ακολουθήσω το δρόμο που είχε πάρει η μυστηριώδης γυναίκα.
Ο αέρας ήταν γεμάτος με άρωμα λουλουδιών, και τα φύλλα των δέντρων
έτριζαν απαλά στον άνεμο.
Έφτασα σε ένα ξέφωτο, και εκεί την είδα ξανά.
Καθόταν σε μια πέτρα, κοιτώντας το φεγγάρι.
Τα μάτια της ήταν γεμάτα με μια βαθιά θλίψη, και εγώ ένιωσα την
ανάγκη να την παρηγορήσω.
"Ποια είσαι;" ρώτησα ξανά, αλλά εκείνη απλώς έγνεψε να καθίσω δίπλα της.
Κάθισα, και για λίγο, απλώς κοιτούσαμε το φεγγάρι μαζί.
Η σιωπή ήταν άνετη, αλλά εγώ ήθελα να μάθω περισσότερα.
"Γιατί είσαι τόσο θλιμμένη;" ρώτησα τελικά.
Η γυναίκα γύρισε προς το μέρος μου, και τα μάτια της έλαμπαν με δάκρυα.
"Χάθηκα στο φεγγαρόφωτο," είπε, με μια φωνή που ήταν σχεδόν άηχη.
"Χάθηκα πριν από χρόνια, και τώρα είμαι καταδικασμένη να περιπλανιέμαι στη γη,
αναζητώντας κάτι που δεν μπορώ να βρω."
Η ιστορία της με συγκίνησε, και εγώ ένιωσα την ανάγκη να την βοηθήσω.
"Τι είναι αυτό που ψάχνεις;" ρώτησα.
Η γυναίκα χαμογέλασε, και για ένα λεπτό, η θλίψη στα μάτια της έφυγε.
"Ψάχνω την αγάπη," είπε.
"Ψάχνω κάποιον που να με αγαπήσει για το ποια είμαι, όχι για το ποια ήμουν."
Η γυναίκα σταμάτησε να μιλά, και εγώ ένιωσα την ανάγκη να την παρηγορήσω.
"Μπορεί να σε αγαπήσω εγώ," είπα, χωρίς να σκεφτώ.
Η γυναίκα με κοίταξε με έκπληξη, και για ένα λεπτό, νόμιζα ότι είχα κάνει λάθος.
Αλλά τότε, ένα μικρό χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στα χείλη της.
"Γιατί;" ρώτησε, με μια φωνή που ήταν σχεδόν άηχη.
"Δεν ξέρω," απάντησα, "απλώς ξέρω ότι θέλω να σε βοηθήσω.
Θέλω να σε κάνω να νιώσεις ζωντανή ξανά."
Η γυναίκα με κοίταξε για λίγο, και εγώ ένιωσα ότι με διαπερνούσε με το βλέμμα της.
Και τότε, άπλωσε το χέρι της και άγγιξε το δικό μου.
Ένιωσα ένα σοκ, σαν να με χτύπησε κεραυνός.
Η αφή της ήταν κρύα, αλλά ζεστή ταυτόχρονα.
Άρχισα να νιώθω ότι λιώνω, ότι χάνω τον εαυτό μου στο φεγγαρόφωτο.
Η γυναίκα με τράβηξε κοντά της, και εγώ ένιωσα τα χείλη της να αγγίζουν τα δικά μου.
Ο κόσμος γύρω μας άρχισε να περιστρέφεται, και εγώ ένιωσα ότι πετούσα.
Αλλά τότε, ξαφνικά, όλα σταμάτησαν.
Η γυναίκα με άφησε, και εγώ ένιωσα ότι έπεφτα από ψηλά.
"Τι συνέβη;" ρώτησα, μπερδεμένος.
Η γυναίκα με κοίταξε με ένα θλιμμένο χαμόγελο.
"Δεν μπορείς να με αγαπήσεις," είπε.
"Είμαι νεκρή. Είμαι ένα φάντασμα, ένα πνεύμα που έχει μείνει πίσω."
Ένιωσα ένα σοκ, και εγώ ένιωσα ότι χάνω την αναπνοή μου.
"Δεν μπορεί να είναι," είπα, αλλά η γυναίκα απλώς έγνεψε.
"Είναι αλήθεια," είπε. "Αλλά σε ευχαριστώ για το δώρο σου.
Με έκανες να νιώσω ζωντανή ξανά, έστω και για λίγο."
Η γυναίκα εξαφανίστηκε, και εγώ έμεινα μόνος στο ξέφωτο, κοιτώντας
το φεγγαρόφωτο.
Ένιωσα ότι χάνω κάτι, ότι χάνω την αγάπη που είχα βρει.
Έμεινα στο ξέφωτο, κοιτώντας το φεγγαρόφωτο, και αναρωτώμενος
αν όλα ήταν όραμα.
Αλλά ήξερα ότι δεν ήταν.
Η αφή της γυναίκας ήταν ακόμα ζεστή στο δέρμα μου, και η καρδιά μου
ακόμα χτυπούσε δυνατά.
Άρχισα να περπατάω πίσω στο χωριό, αλλά δεν μπορούσα να ξεχάσω την γυναίκα.
Η ιστορία της με είχε αγγίξει, και εγώ ήθελα να την βρω ξανά.
Πέρασαν μέρες, και εγώ έψαχνα παντού για την γυναίκα.
Ρώτησα τους χωρικούς, αλλά κανείς δεν την γνώριζε.
Άρχισα να νομίζω ότι ήταν όντως ένα φάντασμα, ένα πνεύμα που είχε μείνει πίσω.
Αλλά τότε, μια νύχτα, την είδα ξανά.
Καθόταν σε ένα λευκό άλογο, και το φεγγαρόφωτο την περιέβαλε
σαν ένα ασημένιο φωτοστέφανο.
"Περίμενα," είπε, με μια φωνή που ήταν σχεδόν άηχη.
"Για τι;" ρώτησα, με την καρδιά μου να χτυπά δυνατά.
"Για σένα," απάντησε. "Σε περίμενα να με βρεις."
Το άλογο άρχισε να περπατά, και εγώ το ακολούθησα.
Ο δρόμος ήταν σκοτεινός, αλλά το φεγγαρόφωτο μας οδηγούσε.
Φτάσαμε σε ένα παλιό νεκροταφείο, και η γυναίκα κατέβηκε από το άλογο.
Πήγε σε ένα τάφο, και εγώ την ακολούθησα.
"Αυτό είναι το μέρος όπου με άφησαν," είπε, με δάκρυα στα μάτια.
"Αυτό είναι το μέρος όπου με ξέχασαν."
Ένιωσα ένα σοκ, και εγώ ήθελα να την αγκαλιάσω. "Δεν σε ξεχνάω," είπα.
"Σε βρήκα, και δεν θα σε αφήσω ξανά."
Η γυναίκα με κοίταξε, και εγώ είδα την αγάπη στα μάτια της.
Άπλωσε το χέρι της, και εγώ την πήρα.
Αισθάνθηκα ένα ζεστό φως να με πλημμυρίζει, και όταν άνοιξα τα μάτια μου,
βρισκόμουν στο ξέφωτο, με την γυναίκα δίπλα μου.
Το φεγγαρόφωτο ήταν ακόμα εκεί, αλλά τώρα ήταν διαφορετικό.
Ήταν ζεστό, και αγάπη.
Η γυναίκα με κοίταξε, και εγώ είδα την ευτυχία στα μάτια της.
"Σε ευχαριστώ," είπε. "Με έκανες να νιώσω ζωντανή ξανά."
Και τότε, το φεγγαρόφωτο μας περιέβαλε, και εγώ ένιωσα ότι πετούσαμε μαζί,
σε ένα κόσμο όπου η αγάπη ήταν το μόνο που μετρούσε.