Μάσκες ηρώων γελούν με ρυτίδες
Κόκκινες σκέψεις κραυγές καταιγίδες
Ζωή που πεθαίνει στης λήθης τον κήπο
Κορμί που με δένει σε κίτρινο τοίχο
Σκέψεις τρελές κρυφές απ' τον κόσμο
Η τέχνη πεθαίνει μυρίζοντας δυόσμο
Παρθένες οάσεις ανέραστοι κήποι
Ποτάμια ζωής που ανθίζει η λύπη
Οργή που σαλεύει στα μάτια στο αίμα
Τρελή συνουσία πλημμύρα στο σπέρμα
Τα ήθη γινήκαν επαίτες της ύβρης
Ονείρου παγίδα η θέα της ήβης
Γυμνόστηθη μέρα τη θήλη σου θέλω
Να πιω το κορμί σου στην γλώσσα μου παίρνω
Υγρός εφιάλτης στα μαύρα σου χείλη
Το αίμα σου πίνω στου μένους τη δίνη
Στην έμμηνο ρύση τα πόδια βαμμένα
Με όργανα πόνου σε βάθη χαμένα
Τα δάχτυλα ψάχνουν πηγές ηδονής
Την τρέλα αγγίζεις με βία στιγμής
Ασπρίσαν τα μάτια, του τέλους λυγμός
Μα εσύ συνεχίζεις σε παίρνει ο ρυθμός
Με πύρινη γλώσσα ζητάς ένα πέος
Με λύσσα επιμένεις σκοπός σου και χρέος
Μια γλώσσα πλανιέται στου αιδοίου τα χείλη
Κ ευθύς ξεγεννάει το τέρας που κρύβει
Θεριό ηδονής μορφή τώρα παίρνει
Και μόλις την βλέπει την στύση του φέρνει
Καβάλα ο δαίμονας χορό κολασμένο
Στον κώλο της μπαίνει τον πεινασμένο
Με χέρια σαν πέη παντού την γεμίζει
Κ οι γλώσσες φιδίσιες τις σάρκες τις σκίζει
Νεράιδες την βλέπουν και τρέχουν κοντά της
Για λίγο κ αυτές να γευτούν τη χαρά της
Βλάσφημο κτήνος ηδονής, ωσάν λερναία Ύδρα
Ξερνάει μεσ' τις τρύπες τους, της ηδονής τα φίδια
Μεσ' τα υγρά του οργασμού όλες ποια κολυμπάνε
ʼλλες πνιγμένες άλλες εκεί ακόμη να βαστάνε
Σκοπός ζωής η ηδονή στο θάνατο τις βγάζει
Σακατεμένα τα κορμιά απ' την οργή που βράζει