Το γέμισες μαχαίρια το κρεβάτι
μ΄ αγκάλιασες και μ΄ έριξες εκεί
και θες να βγαίνω κάθε Κυριακή
και να ΄χω τα μαχαίρια σου στην πλάτη.
Γιατί μωρέ πικρόψυχε κι αδάκρυτε και ξένε
τα έρμα τα ματάκια μου που κλαίνε, τι σου φταίνε;
Τα πρόσταξες κι απόψε τα μαχαίρια
και πήρες την καρδούλα μου μ΄ αυτά
και θες να βγαίνεις δώδεκα μ΄ εφτά
και να ΄χεις την καρδούλα μου στα χέρια.
Γιατί μωρέ πικρόψυχε π΄ ότι ζητάς το κάνω
να ζήσω μου τ΄ αρνήθηκες, μη θες και να πεθάνω.