Οι σκλάβοι κοιμούνται, οι σκλάβοι πεθαίνουν
μες στις παράγκες της άχαρης πόλης.
Ο ήλιος στενάζει, τ’ αστέρια σωπαίνουν
κι η φόνισσα μοίρα τα χέρια της μόλις
απλώνοντας, κράζει: «ευπείθεια στους νόμους»
Οι σκλάβοι ξυπνάνε — ντουφέκια βροντάνε
το γαίμα ραντίζει τους δρόμους
κι εύτύς οί καμπάνες της πόλης χτυπάνε.