Τήν Τετάρτη θά τήν ξορίσω ἀπό τίς μέρες. Θά τήν ὀνομάζω: «Μέρα πού ἄδειασε η πόλη Μέρα πού οἱ εἰδήσεις δέν πρόλαβαν νά τελειώσουν Μέρα πού ἡ νύχτα τῆς φόρεσε ἄσπρο σκουφί Μέρα πού ξύπνησα καί δέν ξανακοιμήθηκα Μέρα πού φώτισε καί τυφλώθηκα Μέρα πού λιγόστεψε τίς μέρες μου»