Μέσα στο χάνι της Γραβιάς
μαζεύονται το βράδυ
ο Διάκος με το Διγενή
και πίνουν στο σκοτάδι.
Αρχίζουνε βαρύ χορό
κι ένα πικρό τραγούδι
και πάνω σε ψηλό σωρό
βγάζει η γη λουλούδι.
Τραγούδαγαν και γέλαγαν
κι όλο τον κόσμο κέρναγαν.
Στην Αλαμάνα πίνουνε
σ’ ένα φτωχό κονάκι
ο Οδυσσέας κι ο Χριστός
με τον Καραϊσκάκη.
Σταυρώνουνε ζεστό ψωμί
και το κρασί παλιώνει
πόσο ν’ αντέξει το κορμί
σε μια ψυχή που λιώνει.
Τραγούδαγαν και γέλαγαν
κι όλο τον κόσμο κέρναγαν.