Θέλω ν’ ακούω τη βροχή
να μου χτυπάει την πόρτα
τον άνεμο να σέρνεται
στα πέτρινα σκαλιά,
να σβήσουνε τα ίχνη σου
απ’ του μυαλού τη ρότα
τα χέρια να μου γλείφουνε
αδέσποτα σκυλιά.
Κι αν βγάλει ρίζες μέσα μου
της λησμονιάς το δέντρο
θα βρίσκει η δίψα μου σκιά
κι η μοναξιά σταβέντο.
Θέλω ν’ ακούω τη βροχή
να μου χτυπάει το τζάμι
και να κυλάει μέσα μου
σαν άγριος ποταμός,
να ντουμανιάζει η κάμαρη
από βαρύ χαρμάνι
και να μπερδεύονται γλυκά
ταβάνι κι ουρανός.
Κι αν βγάλει ρίζες μέσα μου
της λησμονιάς το δέντρο
θα βρίσκει η δίψα μου σκιά
κι η μοναξιά σταβέντο.