Κανείς δε μου `δωσε νερό
να πιω, να ξεδιψάσω,
δεντρί να πω τον πόνο μου
κι απέ να ξαποστάσω.
Είχα ένα κόσμο στη ματιά
που να `ν όλος δικός μου,
να φτιάξω πόλεις και χωριά
σχολειά που `ναι ο καημός μου.
Κι ως ήρθαν μέρες δίσεχτες
με στήσανε στη μάντρα,
γιατί ήθελα στα χέρια μου
τον ήλιο ίδια χάντρα.