Πώς μπερδευτήκανε οι μέρες με τα χρόνια
και οδηγούν σ’ εξόδους που πονάνε
σε ρότες που ανάβουνε το τίποτα
πώς μπερδεύτηκαν έτσι οι τροχιές μας
αργά ή πρόωρα γεννημένες
στο βάθος των δρόμων τόσες απουσίες
ποτάμια όμοια κυλούν
σ’ αλλοτινούς καιρούς και τόπους.
Αν με ρωτήσεις τι είναι ο κόσμος
δεν ξέρω πια
ίσως μια φαντασίωση του Θεού υλοποιημένη
ή
ίχνη βημάτων μιας γυναίκας
μες στη λήθη
όταν υψώνει φραγμούς και συγκινήσεις.