Mητέρα ωραίο ψωμί το κορμάκι σου.
Δώσε λοιπόν μια μπουκιά
-να δαγκώσω το μπούτι ή τ’ αυτιά;
(Διότι -λένε- ο ποιητής
γράφει το σώμα της μητέρας του)
Ενώ γράφω το σώμα σου Πα-
Πανα-
ενώ γράφω το γυμνό σου
ζώο
ενώ πέφτω στο στόμα σου
– πιό φθαρτή
κι απ’ το ένδυμα μιας αιδημοσύνης.
Κήπε κήπε μου – η γλώσσα
κρούει του θανάτου την περιττή
ανησυχία.
Έρχεται ο Πα-
Παναγιώτης
(για να θρέψω σκουλήκι ή αϊτό;)
Tον μιλώ μέσα σ’ ένα καρπό.
Αχ λαμπάδα μου Λόγε
φέξε τώρα στα πατρικά οστά
χαχαχα