Του Ευφράτη οι τροπές και του Τίγρη. Ο Νείλος, ο Νίγηρας,
ο Δούναβης, οφιοειδείς πλημμύρες λυγμών. Οδύνη
συνόρων εκβάλλει στο ενιαίο.
Καλλίπυγο αγρίμι κρύβεται κάτω από την πόλη. Ο θρίαμβος
της ομοβροντίας διαπερνά την οροφή του Ιλισού· ποτάμι σε
κατάχωση. Κι εγώ στην άσφαλτο του δώματος βαδίζοντας.
Καύσιμο γηγενές της πόλης είμαι. Και η Αθήνα μια πολιτεία
με ρούχο εισαγωγής σε ντόπιους ήλιους. Στάχτες και
μαρμαρόσκονη πεντελικού στην παλάμη μου. Και γυαλί της
ερήμου. Οι κόκκοι των ηπείρων σύννεφο στο μάτι κοφτερό.
Εικόνισμα κατά Ματθαίον, «ο Ιησούς περιπατούν επί της
θαλάσσης…», μύρια αντίγραφα σε δρομολόγια απόδρασης. Της
λαλιάς μου η επένδυση του μέλλοντος. Αλλά τώρα δα δεν
είναι παρά μικρές αγγελίες πολέμων καθώς εκποιούνται στην
πλατεία.
Οι εκατόμβες στο κατώφλι μου ορίζουν το προσωπείο μιας
ευμάρειας