Έχω στους ώμους μου κατάρτια
κι ό,τι με πόνεσε, στα μάτια.
Τα δάχτυλα μου, οι ακτές σου
Λίμνες τα χέρια μου, δικές σου
Σήκωσες θάλασσες εμπρός μου
κι έγινες ξαφνικά, ο βυθός μου
Φωτιά δεν έχω για ν' ανάψω
Έχω όμως τόσες να με κάψω
Ζωή μου ανάποδη χελώνα
Που 'ναι η ψυχή και που το σώμα
Μου λες πως βρέθηκα εδώ πέρα.
Και πως σου χάλασα τη μέρα
Ούτε και 'γω δεν ξέρω τι’ ναι
Αν είμαι εδώ, ή αν δεν είμαι