Θυμάμαι πάλι τον καιρό που σ’ ηύρα στο στρατί.
Μοσχοβολούσαν οι βραγιές, ήταν χαρά του Απρίλη.
Κάποια στιγμή είχα αφαιρεθεί και κοίταζα το δείλι.
Με ρώτησες: Γιατί ;
Το καλοκαίρι πέρασε. Δεν είναι πια το δείλι.
Το δείλι ; Πόσο; Το πολύ μιαν ώρα δεν κρατεί.
Σκοτείνιασε. Χειμώνιασε.
Δεν είμαστε πια φίλοι
Δεν ρώτησα: Γιατί ;