Η ντουλάπα μουγκρίζει συχνά στις κρεμάστρες
όταν η μαμά γυρίζει απ’ τον ταφτά της· στο χορό
ο μπαμπάς μου της έλεγε τα μπράτσα σου
αγάπη μου τι επιδεξιότητα στην εξουσία
τα μπράτσα οι λεπταίσθητοι βόστρυχοι του
μηδενός που σε τύλιξε ο νεκρός σου πατέρας·
Θα της πω: η περούκα σου βγάζει φωτιά
μαμά· με τη στάχτη ταΐζω·
Τώρα όμως το άπειρο με κατέβασε στο λιγάκι και
σχεδόν μου φαντάζεις μια κότα από κότα η
κίνηση της κεφαλής το αυγό σου μιας κότας
που πέφτει στα πόδια το αυγό σου –εγώ–
μία πράξη αυγό ένα φράκο που μ’ έπνιξε
στο ταγκό