Στις αυλές που λέγαμ' αμανέδες
και ραγίζαν ματιά μου καρδιές
το πρωί ανθίζουν μενεξέδες
και λευκά ζουμπούλια τις βραδιές
Όσα σε σεντούκια ήταν κλεισμένα
κι έτρωγε αργά η λησμονιά
τα' κάνε η αγάπη φωτισμένα
παραθύρια μες τη γειτονιά
Το δέντρο όταν λυγάει
η ρίζα του πονά
Κι αυτός που δε ξεχνάει
στον ίσκιο του αγρυπνά
Καημέ κι αν μεγαλώνεις
αγκάθια στην αυλή
τα ξενάκια γύρισαν
και τα ζουμπούλια μύρισαν
Είναι η μνήμη άσβεστο καντήλι
που αγιάζει κάθε συμφορά
και ξανά στο πικραμένο αχείλι
φέρνει τη χαμένη του χαρά