Είσαι καλά
-μου γράφεις-
και με σκέφτεσαι
Σκέψη καμιά δεν χτύπησε την πόρτα μου
Μέρες τώρα
ζωές τώρα
έχω τη γυάλα στο περβάζι
στο ανατολικό παράθυρο
Αλλάζω τακτικά το νερό
να επιπλέει διάφανη
η προσμονή
Σταχτιά
μια βρόχινη σταγόνα
-φαίνεται θα ’χει πιει
λίγο απ’ το σύννεφο που έπεται-
διστάζει για λίγο
έπειτα στάζει λίγη σιωπή
στην υγειά σου
Αναρριχώμαι στη ράχη του απογεύματος
Κάνω μια πρόποση
Καρφώνω μιαν ευχή
στην πνοή κατάστηθα
Μα ο άνεμος παράκουσε
κι αλλιώς επήγε κι είπε
Ανοίγει ο ουρανός
το πορτοφόλι του
Υπογράφει εν λευκώ
ένα χρυσόψαρο
για τα διψασμένα ύδατά μου
Δύναμαι τώρα να πληρώσω το κενό
με όσα μηδενικά σιγής
επιθυμώ