Ώρες ατέρμονες
περπάτησα εντός μου
Δεν με παρέσυρε η Κρίση
στο ημίφως των παρόδων
Κι ούτε της Μνήμης
τον καφέ παρηγοριάς
καταδέχτηκα
Στην κεντρική μονάχα λεωφόρο
πλανήθηκα
Στην πίσω πόρτα
ο κίνδυνος
ημίγυμνος
με το χέρι στο μαντάλι
απειλεί να λευτερώσει
ισόβιους πόθους
Παίρνω φόρα
διαπερνώ το αγκάλιασμά του
Έκτοτε ανεγείρεται
τιμής ένεκεν
σε κάθε νεοφώτιστο σώμα
σεσημασμένη μια έξοδος κινδύνου