Ώ εσύ ψιθυριστή κι άυλη ανάμεσ’ απ’ τίς σκιές Και σ’ έναν κήπο φθινοπωρινό αποκλεισμένη Έλα και πέρασε αδιόρατη απ’ τίς φυλλωσιές Και χάρισέ μου μιαν αχτίδα σου να με θερμαίνει