«Κάθε είκοσι και οκτώ Σαν κοκκινίζει το φεγγάρι Η μάνα μου σκίζει τα μανίκια της ζακέτας της Τα κουρελιάζει τα κρύβει ανάμεσα στα πόδια Όταν φτάσει η ζακέτα στη λαιμόκοψη Θα ζητιανέψει κουρέλια από άλλες γυναίκες»