Παίρνω το καλάμι μου και βγαίνω
στην απάνθρωπη θάλασσα που με κυκλώνει,
από έναν εξώστη πετάω πετονιά την αύρα σου να πιάσω,
την αυταπάτη που σε περικλείει σε όαση θεατρική,
από ένα μπαλκόνι απλώνω δίχτυα
– πόσο κοντά είναι ο γείτονας,
απλώνω το χέρι και φτάνω το σπίτι του,
πώς να τον λένε άραγε;
Αθόρυβα ψαρεύω τους ήχους μιας πόλης σε κατάθλιψη
κόρνες, ρόδες, αγχωτικές ιαχές
– πού χαθήκαν οι παιδικές φωνές;
γιατί αδειάσαν τα πάρκα;
Η ψαριά και πάλι είναι μικρή,
η αισιοδοξία αργοπεθαίνει έξω από το νερό
– πώς φυλάκισαν τόσες ελπίδες;
πόσα όνειρα έριξαν βορά στα πεινασμένα σκυλιά;
πόσα κομματιάζουν κάθε μέρα;
Ανεκπλήρωτος πόθος και το σημερινό ψάρεμα
πάλι δε θα φάμε, ξανά στην ουρά της ξευτίλας
– πώς να σκοτώσεις αξιοπρέπεια κι αυτοεκτίμηση,
πρώτα μας προσφέρουν πείνα
και μετά στήνουν σε συσσίτια δανεική οργή,
μία ΜΚΟ συστήσαν που την ονομάσαν Κράτος.
Ψαρεύω στιχάκια με μια ασύρματη απόχη,
άδεια τη βγάνω χωρίς μία οξεία οργής,
δίχως νότα ανατροπής
– πού χαθήκαν οι ποιητές;
κάποτε έτρεχαν να γράψουν διθυράμβους
για νίκες ολυμπιακές, για φιέστες,
μα τώρα κρυφτήκαν, δεν έχει άλλες επιχορηγήσεις
τόσος ήταν ο οίστρος κι η έμπνευσή τους.
Πτώχευσαν κι οι ιδέες μας, χρεοκόπησαν οι αξίες τους.
Από τον εξώστη μου
στο φαλιρισμένο θέατρο που με κυκλώνει
απλώνω δίχτυα
αναζητώντας κλεμμένη οργή και περηφάνια.
Ίσως τελικά σταματήσω το ψάρεμα,
θ’ αρχίσω πόλεμο.
Εχθρούς βρίσκεις εύκολα,
τόσοι μας κυκλώνουν μέσα κι έξω από το θέατρο,
ας είμαι και ένας… Αρκετό αίμα μού έχυσαν,
καιρός να δω το δικό τους στο ακονισμένο μου τσεκούρι.