Τέσσερα χέρια δέκα μέλη
άκρα-των στεναγμών.
Σηκώθηκες ξανάπεσες.
Φαίακες Λαιστρυγόνες
καμιά δεν έχουν σημασία.
Στο κύμα που ’σβηνε σε άμμο δροσερή
λογίστηκες μην είναι κι η ζωή
αλληλουχία διακοπών
απ’ τη σιωπή.
Έτσι πολύφημα που θέλησες να ζήσεις
αναντροπή μονάχα
σου αρμόζει.