Ο έρωτας στρατολογεί
σε μέτωπα φωτιάς
σώμα με σώμα αγώνας
για να σωθείς
να σκοτωθείς
κι ίσως στο τέλος να ξεμείνει
ένα τραγούδι
Δεν είχε φανοστάτη ο τόπος, δεν είχε
στρατοπέδου στρατιώτη, δεν είχε ομίχλη,
μπόρα, ίσκιους νυχτερινούς,
σε κάποιο μέρος μακρινό
–συρματοπλέγματα, ριπές
και χαρακώματα–
Κι όμως
στη λάμπα τη χλωμή του δωματίου
–πεδίο μάχης σε ξένη χώρα–
γυμνού στολή
κορμιού ανάχωμα
σκοπιά ηδονής
βροχή καυτή στα στήθη
τριγύρω ηλεκτροφόρα σύρματα
σκοτάδι αγνώστου
ομίχλη στα δυο πρόσωπα
και λίγο αργότερα
μια σφαίρα απάρνησης
ανάμεσα στα φρύδια
και μια κραυγή,
στη μοναξιά του τάφου, μες στο νου
ένα τραγούδι-ουρλιαχτό, απ’ τα μεγάφωνα:
«Wie einst, Lili Marleen !»