Καλούσα στο τηλέφωνο
Καλούσα με αγωνία
Φώναζα μέσα μου
Πιάσε παιδί μου το τηλέφωνο
Απάντησέ μου
Δεν ακούς;
Πού το ’χεις βάλει πια;
Τρέξε και σήκωσέ το
Πώς να σηκώσω πατέρα το τηλέφωνο
(Είπε μια μακρινή βουή
Κοφτή μες στα μηνίγγια μου)
Τα χέρια μου είναι δεμένα
Με μια μεταξωτή κορδέλα
Στον φιόγκο της κάθεται μια πεταλούδα
Κι όλο την ορμηνεύω πώς να ’ρθει
Για να σας βρει και να σας πει
Πως χάθηκα και μαράθηκα
Στ’ ανήλιαγα λιβάδια