Στὴν ἀρχὴ κρυώνει ὁλόκληρο τὸ χέρι Ἀπὸ τ’ ἀνεξήγητα ρίγη τοῦ στήθους Κι ἀμέσως ὕστερα ἡ παλάμη Παίρνει φωτιὰ καὶ καίγεται Κι ἕνας ἱδρώτας μουσκεύει τὴν κοιλότητά της Παρακαλῶ σε ἄνεμε κουνήσου λίγο Κι ἔλα νὰ μοῦ στεγνώσεις τὸ ἄδειο χέρι Προτοῦ νὰ σφίξω τὸ ἄσπιλο δικό της Κι ἡ χειραψία μου ἀποτύχει Πρὶν ξεκινήσει κἂν