Χαμένος σὲ μιὰν ἄγνωστη συνοικία Ψάχνω μοιράζοντας προσκλητήρια γάμου Ξάφνου σ᾽ ἕνα στενὸ δακρύζω: Μὲ καταπίνουν κῆποι μὲ τριανταφυλλιὲς Ἄνθρωποι γελοῦν Γάτες λιάζονται Ὁ λόφος στὸ βάθος χτυπάει ἁπαλὰ Τὸ ρόπτρο τ᾽ οὐρανοῦ Μιὰ διάχυτη χαρὰ ἀλλοιώνει τὴν ἀτμόσφαιρα Φοβᾶμαι πὼς ὀνειρεύομαι Φοβᾶμαι πὼς ὁ γάμος προηγήθηκε κρυφὰ Καὶ πὼς ὅλα πιὰ τώρα μὲ ἀνέχονται Μέχρι τὴν προσαρμογή μου Στὸ αἰθέριο