Ἀπὸ τότε ποὺ κτίστηκε κοιμᾶται τὸ γεφύρι Κι ἐγὼ ἀπὸ πάνω του ἀμήχανος Ρίχνω μικρὲς πέτρες στὸ νερὸ Τί φιλήσυχο μεσημέρι Δὲν κουνιέται φύλλο Δὲν ξυπνάει κανένας Ὅμως κάπου βαθιὰ στὸ ἀδιόρατο Ἕνας μικρὸς ἐφιάλτης θέλει νὰ σηκωθεῖ