Η μοναξιά μυρίζει τον ιδρώτα σου
τ’ αυλάκια του τα βλέπω στο λαιμό,
συνομιλούν με τα λευκά τα μέλη σου
κινούνται στης βεντάλιας το ρυθμό.
Στην πολυθρόνα, δίπλα στο παράθυρο
κουλουριασμένα γόνατα, υγρά,
μετρώ το φως κεριών κάθε Σεπτέμβριο
και όμως η ζωή δε μ’ αφορά.
Η μοναξιά γιορτάζει με το θάνατο
παίρνει το έπαθλο κι αποχωρεί,
η μοναξιά κινείται σαν υδράργυρος
μπαίνει παντού σε κάθε μου ρωγμή.
Η μοναξιά, νεκρή θεά απ’ το Κάιρο
στη σαρκοφάγο της πάντα, για πάντα θα ζει,
η μοναξιά Αττίλας, με δείχνει σα λάφυρο
στις κατακόμβες, στη Ρώμη της με οδηγεί.
Η μοναξιά, μια μάγισσα της Αποκάλυψης
κρύβει στο στήθος της φίδι νωχελικό,
με τη ψυχή μου έχει μια σχέση εξάρτησης
απαγορέψτε την σαν ναρκωτικό.
Μοναξιά μου πληγή,
αγκαλιά και φυγή.
Η μοναξιά μου δείχνει το δρόμο που χάνεται
σαν Μωυσής στη θάλασσα της σιωπής,
μέσα στης μνήμης τους βάλτους βουτάει και πιάνεται
απ’ ότι κρύβει στη λάσπη της, ότι κι αν πεις.
Η μοναξιά με σέρνει ξοπίσω κατάδικο
αποκομμένο, φευγάτο, προσωρινό,
σαν Κλεοπάτρα, σαν Μήδεια την ερωτεύομαι
μεσ’ το πετσί μου τη θέλω και σ’ απατώ.
Μοναξιά μου πληγή
αγκαλιά και φυγή,
μοναξιά μου οργή
της ψυχούλας κραυγή.