Αχ, η αγάπη είναι ένα χρώμα μπλε
που όσο κι αν θέλει, δεν γίνεται ποτέ
κόκκινο χρώμα, κόκκινο της φωτιάς
φτερούγα μένει, φτερούγα μένει.
Όταν αρχίζει να στάζει στα κρυφά
πάνω στους ώμους, κοράκια λεν΄ σοφά
κάτι απομένει, για μας τ’ αρπακτικά.
Αχ, η αγάπη, ρυτίδα κι αφορμή
διπλό πλοκάμι, φορμόλη κι απειλή
κι ό,τι απομένει, μια αίσθηση θολή
ό,τι απομένει, ό,τι απομένει.
Γλώσσα της μέρας, στόμα του αέρα
λόγια δίχως δέρμα, θέλω να της βρω,
Εύα μητέρα, αγιάτρευτη εταίρα
θειάφι και φοβέρα, γυναίκα θα σε πω.
Να σε δω να ξυπνάς, να γεννάς, να γερνάς,
να πονάς, να ξεχνάς και ξανά ν’ αγαπάς,
να ‘σαι ανθός, ο λωτός, να θαμπώνεις το φως.
Ο πνιγμός, ο σπασμός, ολικός παγετός
η φωτιά, η θηλειά, η σφιχτή αγκαλιά, ναι.
Μείνε τ’ άλλο μου μισό
χρόνος, σύννεφο πηχτό,
στην παλάμη σου να ζω
γίνε πάλι ουρλιαχτό
Ποιον σημαδεύεις,
με ποιόν ξυπνάς ποιόν παγιδεύεις,
ποιος γράφει τ’ όνομα σου
στο κορμί του, με βεγγαλικά,
ποια φλέβα του θα σπάσει
θα ματώσει άλλη μια φορά.
Που ταξιδεύεις και αίμα ζητάς
πως το ξοδεύεις στα κάλπικα φεγγάρια
που σε βάφουνε με κόκκινο φωτιάς,
στα μαύρα τριαντάφυλλα της φρίκης σου
που ανθίζουνε ξανά.