Ζυγώνω, στεριώνω στο πάθος της στιγμής
εικόνες στη ψύξη, σελίδας μου λευκής,
καρφώνω τους δείχτες να δείχνουν το παρόν
ο χρόνος, οργάνων απόβλητων, νεκρών, νεκρών.
Καπνοδόχοι, κεραίες, τα μάτια στα ψηλά
σπαράζει το βλέμμα στο φως που κυβερνά,
η ανάσα, μια σμέρνα, τυλίγεται νωθρά
μ’ αγαπάει, δε μ’ αγαπάει, μ’ αγαπάει,
δε μ’ αγαπάει.
Κρατιέμαι σαν ήχος φλογέρας βιβλικής
κρατήρες στους δρόμους της άστοχης ζωής,
προφήτη της φρίκης, γαμώ τα προσεχώς
τα ψόφια τα λόγια, που λες έτσι κι αλλιώς, κι αλλιώς.
Στη χαραμάδα τα πετώ
το μέλλον και το παρελθόν.
Να ζήσω τη στιγμή μπορώ
γαμώ τα προσεχώς, γαμώ.
Να ζήσω τη στιγμή μπορώ
γαμώ τα προσεχώς, γαμώ.
Παραμύθιασε με, πάθος της στιγμής μου χόρεψε
σχήμα φλεβικό, το χρόνου μου κορόιδεψε.
Έτσι να στοιχειώνεις του κορμιού, του νου τα σύνορα
χρώμα ζωντανό, τα μάτια σα λεπίδα να πληγώνεις, να τα ματώνεις.
Λημέρια αθώων, υπόσχεση φυγής
πολίτες χαμένοι στη λίμνη της οργής,
μην παίζεις μ’ εμένα, κηφήνα της φυλής
σεργιάνι στις φλέβες μου κάνει ο Διγενής, ο Διγενής.
Δικάζουν οι μέρες τα λόγια που δε λες
στενάζουν πλατείες, δε θέλω να με θες,
ψηφίο, ψηφίδα στη συλλογή οστών
μνημείο στο τοίχο αστών και προεστών, αστών.
Στη χαραμάδα τα πετώ
το μέλλον και το παρελθόν.
Να ζήσω τη στιγμή μπορώ
γαμώ τα προσεχώς, γαμώ.
Να ζήσω τη στιγμή μπορώ
γαμώ τα προσεχώς, γαμώ.
Παραμύθιασε με, πάθος της στιγμής μου χόρεψε
σχήμα φλεβικό, το χρόνου μου κορόιδεψε,
έτσι να στοιχειώνεις του κορμιού, του νου τα σύνορα
χρώμα ζωντανό, τα μάτια σα λεπίδα να πληγώνεις, να τα ματώνεις.