Πρώτες στάλες της βροχής, μιας όξινης βροχής
τα λόγια σου καρφιά κι αντίδωρο,
πλάι σε ρείθρα και γυαλιά, στης πόλης τα κελιά
το βήμα σου αργό κι ασύμμετρο.
Κόλαση είναι να γυρνάς, σ΄ αυτά που αγαπάς
κι αυτά να μη σου μοιάζουνε.
Πέφτει μια ψιλή βροχή, σπασμένη σιωπή
θυμώνεις που είπα για το εφήμερο,
μα το ‘χες πει από παλιά, δε φτάνει μια αγκαλιά
αν όλα γύρω αλλάζουνε.
Μου λες για ορίζοντες, στάχυα καμένα
πως βγάζεις φτερούγες τη νύχτα για μένα,
πως λες σ’ αγαπώ με σινιάλα φθαρμένα
σε φλόγες, ψαλμούς και σπασμούς τυλιγμένα.
Μου λες για τα ψόφια, της μέρας τα πιόνια
πως σκάνε στο νου σου ιδέες-μπαλόνια,
με κρότους σφυριών κολασμένων σ’ αμόνια
πως ζεις με ψυχές που ματώνουν αιώνια.
Στα ψηλά, το σώμα σου ομπρέλα
να πετάει, να λέει χαμογέλα,
να με πάει στου κόσμου τα κρυμμένα
να μου λες, εδώ είμαι εγώ για σένα.
Πέφτει πάλι η βροχή, μια μουσική βροχή
θλιμμένη αλυκή το βλέμμα σου,
βλέπεις γύρω τα παιδιά, ζωή σαν λούνα παρκ
παγώνεις, που γερνάει το αίμα σου.
Μα είν’ ο χρόνος που κυλάει, ο κόσμος που βουτάει
ή μήπως που αλλάζουμε.
Μου λες πως γεννάς τις αξίες, τους μύθους
χωρίς το μελάνι γραφιάδων με γρίφους,
φτηνής συμμορίας που χτίζει με στίχους
τροφές του μυαλού για σκυλιά και πιθήκους.
Μου λες για τις ράτσες, που ζουν και πεθαίνουν
με νύχια βαμμένα, ξεφτίζουν, σκληραίνουν,
καπνίζουν, φιλιούνται, ξεχνούν και παχαίνουν
ψηφία σε λίστες, λεπρών απομένουν.
Στα ψηλά, το σώμα σου ομπρέλα
να πετάει, να λέει χαμογέλα,
να με πάει στου κόσμου τα κρυμμένα
να μου λες, εδώ είναι εγώ για σένα.