Να ’τανε να ’φτιαχνα τραγούδι σαν καράβι
να ταξιδεύει ως των αστεριών το φως,
στα λόγια του να κρύβεται ένα χάδι
κι η μελωδία του να γίνεται αδερφός.
Στον ήλιο να χαρίσω το δοξάρι
κι ένα βιολί να δώσω στο φεγγάρι,
τ’ αστέρια να βαρούνε παλαμάκια
μπας και μερώσουνε νταλκάδες και φαρμάκια.
Να ’ρχόταν λέει ο καιρός που οι ανθρώποι
θα ντύνονταν του πάθους φορεσιές,
λουλούδια κρίνα μυρωμένοι να ’ναι οι τόποι
γιομάτες να ’ναι οι νύχτες αγκαλιές.
Στον ήλιο να χαρίσω το δοξάρι
κι ένα βιολί να δώσω στο φεγγάρι,
τ’ αστέρια να βαρούνε παλαμάκια
μπας και μερώσουνε νταλκάδες και φαρμάκια.
Κύμα μην έχει της ζωής μας το λιμάνι
μήτε και χιόνια της χαράς μας οι κορφές,
ρεμπέτικα να τραγουδάει ένα αλάνι
ν’ ανθίζει της ψυχής μας ο μπαξές.
Στον ήλιο να χαρίσω το δοξάρι
κι ένα βιολί να δώσω στο φεγγάρι,
τ’ αστέρια να βαρούνε παλαμάκια
μπας και μερώσουνε νταλκάδες και φαρμάκια.