Πέφτανε σαν τις ψιχάλες
κάτι σκέψεις σαν τις άλλες
οι μισές ήταν για σένα
και οι μισές για μένανε.
Κι έτσι στο συλλογισμό μου
εφουντώσαν το μυαλό μου
όπως το φουντώνουν πάντα
σαν φωτιές με καίγανε.
Πώς να μοιράσεις, πώς να δικάσεις
ψυχή και σώμα στη λησμονιά.
Ότι πέρασε σου γνέφει είμαι εδώ και επιστρέφει
και την πόρτα σου χτυπάει, να γυρίσει σου ζητάει.
Μαύρη μπόρα έχουν γίνει
και ποτάμι που με πίνει,
ποιος θα ’ρθει για να με ψάξει
στου καημού τ’ απόνερα.
Να με νιώσει, να με σώσει
και κουράγιο να μου δώσει
και ελπίδα να πιστέψω
ραγισμένα όνειρα.
Πώς να μοιράσεις, πώς να δικάσεις
ψυχή και σώμα στη λησμονιά.
Ότι πέρασε σου γνέφει είμαι εδώ και επιστρέφει
και την πόρτα σου χτυπάει, να γυρίσει σου ζητάει.