Σε γνώρισα στον Πειραιά
και στην Αγιά Σωτήρα
κι απ’ έξω απ’ την Αγιά Σοφιά
γλυκό φιλί σου πήρα.
Και το ‘μαθε ο Πειραιάς
και όλο το Μοσχάτο
πως όταν με γλυκοφιλάς
με κάνεις άνω κάτω.
Μα ακόμα φταίει η μάνα σου
και μπήκε στο βαπόρι
και είδε μες στα μάτια σου
ερωτευμένη κόρη.
Μ’ αγαπά, μ’ αγαπά,
δεν κοροϊδεύει
κι ούτε προίκα μου γυρεύει.
Σε είδα και αρρώστησα
και από τότε λιώνω,
κανένανε δεν ρώτησα
τον εαυτό μου μόνο.
Και μου ‘πε ότι είσαι εσύ
αυτό που περιμένω
της νιότης το γλυκό κρασί,
της μοίρας το γραμμένο.
Μ’ αγαπά, μ’ αγαπά,
δεν κοροϊδεύει
κι ούτε προίκα μου γυρεύει.