Απ’ την αυγή ανυπεράσπιστοι, σκυφτοί
κάτω απ’ τον πλάτανο στη μέση της πλατείας,
όλοι μαζί απελπισμένοι, σιωπηλοί
στην πιο παράλογη ρωγμή της ιστορίας.
Μες στην καμένη εκκλησιά
τσέτες μας βάφτισαν ξανά
και τ’ όνομα μας ήταν τάγματα εργασίας.
Μας πήγαν στο Κηρτίκ Ντερέ
κι εκεί πιστέψαμε Χριστέ
πως ήρθε η ώρα της Δευτέρας Παρουσίας.
Σε μια χαράδρα της ντροπής
χιλιάδες πτώματα να δεις,
εκτελεσμένοι απ’ την οργή της συμμορίας.
Παρασυρμένοι απ’ το νερό
φτάσαν στου τρένου το σταθμό
σαν ταξιδιώτες μιας ουράνιας λιτανείας.
Τους μεταφέραμε αλλού
πίσω απ’ τους βράχους του γκρεμού
μη μαθευτεί η τραγωδία του αιώνα.
Κανείς δεν έπρεπε να μπει
στου βαγονιού τη θαλπωρή
δεν είναι κατάλληλη ο θάνατος εικόνα.
Με τους νεκρούς μας αγκαλιά
έπαψε ο χρόνος να κυλά
κι από τα μάτια μας δεν έτρεχε σταγόνα.
Μας πήγαν στο Κηρτίκ Ντερέ
κι εκεί πιστέψαμε Χριστέ
πως ξέχασες τους Έλληνες στο κέντρο του κυκλώνα.