[ Έξω απ’ το μύλο τον παλιό, το πρόχειρο νοσοκομείο
ακούγαμε τα βογγητά των πληγωμένων στρατιωτών,
των μελλοθάνατων παιδιών
που τα στοιβάζαν δυο δυο στο φορείο.
Τα φτυάρια χτύπαγαν τη γη γύρω αμέτρητοι νεκροί
να περιμένουν στοιχισμένοι τη σειρά τους.
Άδειες αρβύλες στη σειρά, οι καραβάνες τους βουνά
με χαραγμένα από σουγιά τα ονόματα τους. ]
Μα ποιος κρατάει λογαριασμό,
λόγο ποιος δίνει στο θεό
αυτός ο κόσμος από ελπίδα έχει στερέψει.
Στης ιστορίας το σφυγμό
το λάθος έγινε σωστό
ψέμα αποδείχτηκε ότι είχαμε πιστέψει.
Έχουν τελειώσει όλα αυτά
τρόφιμα, πυρομαχικά
χορεύει ο χάρος στο κατώφλι της Ασίας.
Η νύχτα μέρα απ’ τη φωτιά
όπου μιλάνε Ελληνικά
κρύβονται ήρωες αρχαίας τραγωδίας.
Μα ποιος κρατάει λογαριασμό,
λόγο ποιος δίνει στο θεό.