Στο καπνοπωλείο στη γωνιά
απέναντι απ’ τα μπαχαρικά
δούλευε για χρόνια η Συραίνα.
Η πόλη πολύ πέρναγε από ‘κει
έστω μια στιγμή για να τη δει
κι ας μην είχε μάτια για κανένα.
Σπάνια κι ελεύθερη ομορφιά
πέταγμα του γλάρου στ’ ανοιχτά
σκορπούσε καρδιοχτύπια μεθυσμένα.
Πρώτη την έπιασαν οι εχθροί ένα κορίτσι στη σιωπή,
ψηλά απ’ το καμπαναριό γυμνή την είχαν κρεμασμένη.
Και από κάτω η φωτιά αχόρταγη κι αφηνιασμένη,
ψηλά απ’ το καμπαναριό γυμνή την είχαν κρεμασμένη.
Μα μια καρδιά είδα θαρρώ στ’ αστέρια να ‘ναι φωτισμένη,
πρώτη την έπιασαν οι εχθροί ένα κορίτσι στη σιωπή.
Στο καπνοπωλείο στη γωνιά
απέναντι απ’ τα μπαχαρικά
δούλευε για χρόνια η Συραίνα.
Πάντα ευγενική και γελαστή
όνειρο, χαρά μες στη ζωή
εύκολα βοηθούσε τον καθένα.
Άθελα της σκόρπιζε καημούς,
σε κάθε βήμα αναστεναγμούς
έτσι με σημάδεψε κι εμένα.
Πρώτη την έπιασαν οι εχθροί ένα κορίτσι στη σιωπή,
ψηλά απ’ το καμπαναριό γυμνή την είχαν κρεμασμένη.
Και από κάτω η φωτιά αχόρταγη κι αφηνιασμένη,
ψηλά απ’ το καμπαναριό γυμνή την είχαν κρεμασμένη.
Μα μια καρδιά είδα θαρρώ στ’ αστέρια να ‘ναι φωτισμένη,
πρώτη την έπιασαν οι εχθροί ένα κορίτσι στη σιωπή.