Καπνός, φωτιά, καμένη γη, σειρήνες, μαύρη σκόνη
κάτω απ’ τη στάχτη η πληγή κι η σφαίρα που σκοτώνει.
Κραυγή, σιωπή, πικρή βροχή, βαθιά ρωγμή η ρυτίδα
γίνεται τέλος η αρχή κι η ξενιτιά πατρίδα.
Μετρούν τα χέρια χωρισμούς, τα σώματα κηλίδες,
μάτια χαμένα σε σταθμούς δακρύζουνε ελπίδες.
Κι ένα παιδί μ’ ένα γιατί στο στόμα τού πολέμου,
πόσους θανάτους να γευτεί, πόσους θανάτους, Θεέ μου;
Πώς να μερέψω την οργή, ποια αλήθεια να του κρύψω;
Ψάχνω στη στάχτη τη ζωή, να του τη δώσω πίσω.
Πίνω καπνούς, ξερνώ λυγμούς, ένα παιδί δακρύζει,
η μάνα του με σκοτωμούς κι οβίδες το κοιμίζει.
Τι να του πω για δυνατούς, τι να του πω για ξένους;
Τι να του πω γι’ αδάκρυτους, για νικητές - χαμένους;
Μετρούν τα χέρια χωρισμούς, τα σώματα κηλίδες,
μάτια χαμένα σε σταθμούς δακρύζουνε ελπίδες.
Κι ένα παιδί μ’ ένα γιατί στο στόμα τού πολέμου,
πόσους θανάτους να γευτεί, πόσους θανάτους, Θεέ μου;
Πώς να μερέψω την οργή, ποια αλήθεια να του κρύψω;
Ψάχνω στη στάχτη τη ζωή, να του τη δώσω πίσω.
Ψάχνω στη στάχτη τη ζωή, να του τη δώσω πίσω.