Πλατιά, κόκκινη θάλασσα δεκαοχτώ καιρών,
θάλασσα κίτρινη, στενή, χωράφι του ανέμου.
Μπαλκόνι των αστερισμών, φοράδα των νερών
τους θρύλους των κυμάτων σου κι απόψε ύφανε μου.
Ψάχνω στους φάρους του βυθού ένα νησί πλωτό
σαν σύννεφο τρικάταρτο με τα πανιά του όρτσα.
Και τους συντρόφους να ‘χουνε χορτάσει το λωτό
και τα σαράντα κύματα μέσα σε μια γαλότσα.
Αν δεν φυτέψεις μια ροδιά
δεν θα ‘χεις πάρει μυρωδιά που πάει το κύμα.
Αν δεν μπερδέψεις δυο ζωές,
αν δεν ενώσεις δυο γραμμές χάνεις το σήμα.
Όλου του κόσμου τα νερά κρύβεις σ’ ένα ποτήρι,
αλάτι, φύκια, μέδουσες, σπηλιές των κοραλλιών.
Πιες το με μιας και κάνε μου επιτέλους το χατίρι
ξεκλείδωσε μου τα κρυφά δρομάκια των φιλιών.
Αρχαία μαύρη θάλασσα των σκοτεινών νησιών,
θάλασσα αόρατη, πικρή στο τέλειωμα της μέρας.
Χάνεσαι μες στα όνειρα των σιωπηλών ψαριών
κι έγινες αλμυρός αφρός, σκόνη, γλυκός αέρας.
Αν δεν φυτέψεις μια ροδιά
δεν θα ‘χεις πάρει μυρωδιά που πάει το κύμα.
Αν δεν μπερδέψεις δυο ζωές,
αν δεν ενώσεις δυο γραμμές χάνεις το σήμα.