Έπεσε αγιάζι, η νυχτιά
άραξε στο σοκάκι
έπιασε ο γέρος τη γωνιά
μες το φτωχό σπιτάκι
Φόρεσε μαύρα η καρδιά
τέλεψε το μεράκι
κόπιασε χάρε μου να πιείς
στο παγερό κονάκι
Κάτσε κοντά μου στη γωνιά
γέμισε το ποτήρι
και πριν χαράξει φεύγουμε
κάνε μου το χατίρι