Μόλις έπεσε η νύχτα και απλώθηκε η βραδιά
ο μικρός ο καουμπόι που ‘χε πόνο στην καρδιά
στ’ άλογο του ανεβαίνει για να πάει δυτικά
μ’ ένα σκοπό ως την αυγή μια τρομερή
να έχει κάνει απαγωγή.
Για την κόρη του σερίφη έχει μέσα του καημό
μα εκείνος θα τη δώσει σ’ ένα πλούσιο γαμπρό.
Κι ο μικρός ο καουμπόι για να βρει το λυτρωμό
έχει σκοπό ως την αυγή μια τρομερή
να έχει κάνει απαγωγή.
Και μακριά εκεί που θα βρεθεί
μια γωνιά, μικρή γωνιά να βρει
με φιλιά, να ζήσει με φιλιά
και όνειρα τρελά με το κορίτσι που αγαπά.
Και μακριά εκεί που θα βρεθεί
μια φωλιά, μικρή φωλιά να βρει
να μπορούν κρυμμένες δυο καρδιές
να ζήσουν δυο στιγμές, στιγμές αγάπης τρυφερές.
Τα μεσάνυχτα τον βρίσκουν στης αγάπης του μπροστά
παράθυρα που ήταν ανοιχτά και φωτιστά.
Κι είδε κόσμο, πολύ κόσμο να χορεύει, να γλεντά
κι είχε σκοπό ως την αυγή μια τρομερή
να έχει κάνει απαγωγή.
Ο μικρός ο καουμπόι δεν αργεί ν’ αντιληφθεί
πως η κόρη του σερίφη είχε κιόλας παντρευτεί
κάποιον πλούσιο με φάρμες για να νοικοκυρευτεί
κι είχε σκοπό ως την αυγή μια τρομερή
να έχει κάνει απαγωγή.
Και μακριά εκεί που θα βρεθεί
μια γωνιά, μικρή γωνιά να βρει
με φιλιά, να ζήσει με φιλιά
και όνειρα τρελά με το κορίτσι που αγαπά.
Και μακριά εκεί που θα βρεθεί
μια φωλιά, μικρή φωλιά να βρει
να μπορούν κρυμμένες δυο καρδιές
να ζήσουν δυο στιγμές, στιγμές αγάπης τρυφερές.