Στ' αργόσυρτο σου βλέμμα ας ήμουνα η σπίθα
εκείνη που μεστώνει της λύπης τους καρπούς.
Ας ήμουνα μια άκρη στο πάμφωτο σου δάκρυ
να κλείσω στην αρμύρα τους πιο πικρούς καιρούς.
Κι ακόμη παραπάνω τις ώρες που κοιμάσαι
ας ήμουνα η δίνη μιας άφατης στιγμής,
να γέρνω μυρωμένη απ’ τη θολή σκιά σου
εκεί που δίχως φόβο δεν πάτησε κανείς.
Στα χέρια σου ας ήμουν το πιο ωραίο χάδι
αυτό που κόσμους φτιάχνει τις ώρες της σιωπής.
Ν’ αντέχω της καρδιάς μου το μαύρο το σκοτάδι
κι αυτά που δίχως λόγια κατάφερες να πεις.
Κι ακόμη παραπάνω τις ώρες που κοιμάσαι
ας ήμουνα η δίνη μιας άφατης στιγμής,
να γέρνω μυρωμένη απ’ τη θολή σκιά σου
εκεί που δίχως φόβο δεν πάτησε κανείς.