Με τα χέρια σκεπάζει το πρόσωπο αργά
να μη δουν πόσο γέρασε οι εχθροί της.
Ούτε ελπίδες, ούτε όνειρα πια δεν γεννά,
μεγαλώνει εφιάλτες η ζωή της.
Εκποιούνται φτηνά υποθήκες παλιές,
στο σφυρί ό,τι είχε το βγάζουν.
Πιο δειλή, πιο βουβή δεν την είδα ποτέ,
τα δυο μάτια της γυάλινα μοιάζουν.
Η Ευρώπη δεν ζει πια εδώ
δεν την είδε κανείς δεν τη ξέρει,
τα κουρέλια της είδα πριν λίγο καιρό
ένας ξένος στα ερείπια να σέρνει.
Μακριά είναι ο Δίας, δεν μπορεί να τη δει
μεταλλάχθηκε ο Τάλλος κι ουρλιάζει.
Η Ευρώπη στη σκιά του εαυτού της πια ζει,
μακρινό παρελθόν πια φαντάζει.
Η Ευρώπη δεν ζει πια εδώ
δεν την είδε κανείς δεν τη ξέρει,
τα κουρέλια της είδα πριν λίγο καιρό
ένας ξένος στα ερείπια να σέρνει.