Γυναίκες που με φίλησαν και μου 'καψαν τα χείλη
σαν έπινα απ' το στόμα τους κρυμμένους θησαυρούς.
Το δάκρυ μου της χάρισα μιας Κυριακής το δείλι
και το 'ριξα στο πέλαγο να χτίσει ωκεανούς.
Μα πιο πολύ στη μνήμη μου θα στέκουν ριζωμένες
εκείνες που απ' τη βρύση τους δεν πρόλαβα να πιώ.
Τυχαία σαν ανταμώναμε με τις καρδιές δεμένες
χωρίς να τρέξουν δάκρυα στον αποχωρισμό.
Γυναίκες που με κράτησαν μέσα στην αγκαλιά τους
μια νύχτα που ψηνόμουνα βαθιά στον πυρετό.
Σαν ταίριαζε η ανάσα μου μαζί με τη δικιά τους
απλώνανε τα χέρια τους, στήριγμα να ακουμπώ.
Μα πιο πολύ στη μνήμη μου θα στέκουν ριζωμένες
εκείνες που απ' τη βρύση τους δεν πρόλαβα να πιώ.
Τυχαία σαν ανταμώναμε με τις καρδιές δεμένες
χωρίς να τρέξουν δάκρυα στον αποχωρισμό.