Είπα να βρω καμιά ψυχή να πω τα βάσανα μου
μα μόλις βρέθηκα κοντά άρχισα να γελώ.
Τίποτα πια δεν έμοιαζε με το βαρύ φορτίο
που κουβαλούσα μέσα μου σαν να ’τανε βουνό.
Ο άλλος είχε πιο πολλά
δεν χώραγε άλλα πιο τρελά,
ο άλλος είχε πιο πολλά
δεν του ‘βγαζα μιλιά.
Είπα να βρω καμιά ψυχή να πω κάνα τραγούδι
μα μόλις βρέθηκα κοντά μου πέσαν τα φτερά.
Τίποτα πια δεν έμοιαζε με το δικό μου κέφι
που κουβαλούσα μέσα μου κι ανάσαινε η καρδιά.
Ο άλλος ήταν αλλού
σ’ άλλη κατάσταση μυαλού,
ο άλλος ήταν αλλού
στην άκρη του γκρεμού.
Κι είπα να πιάσω μια γωνιά να στριμωχτώ μονάχος
μα μόλις βρέθηκα κοντά μ’ άρπαξε η ερημιά.
Τίποτα πια δεν έμοιαζε με εκείνον τον αέρα
που κουβαλούσα μέσα μου λες κι ήτανε φωτιά.
Το ένα εγώ μου γέλαγε
και το άλλο με ξεγέλαγε,
το ένα εγώ με φύλαγε
και παραφύλαγε.
Είπα να φύγω πιο καλά από το θολό μυαλό μου
και μόλις βρέθηκα μακριά απ’ το βαρύ καημό.
Τίποτα πια δεν έμοιαζε μ’ αυτή την ευτυχία
που κουβαλούσα μέσα μου κι είπα στον εαυτό.
Σαν το καλάμι ας λυγώ
αλλιώς ας πάω να πνιγώ,
σαν τον αέρα να περνώ
κι όλους σας να κερνώ.