Που ‘ναι τα χρόνια τα περασμένα
τότε που ήμασταν μικρά παιδιά,
πίσσα σκοτίδι στο φως του λύχνου
μα ο ήλιος έφεγγε μες την καρδιά.
Μέσα στη μνήμη τα 'χω φυλάξει
λάσπες στα γόνατα και γρατζουνιές,
με ένα τσέρκουλο και μία μπάλα
ξετραλακώναμε τις γειτονιές.
Αποσπερίζαμε τα κρύα βράδια
με ένα ντάκο και δυο ελιές,
μ' ένα ξεκούρδιστο παλιό λαούτο
καντάδες κάναμε στις κοπελιές.
Που ‘ναι τα χρόνια τα περασμένα
πάνω στη χόβολη πατάτα οφτή,
ψωμί με ζάχαρη και λίγο λάδι
και κάθε μέρα ήταν γιορτή.
Με το λαΐνι μας βαρύ στον ώμο
κρύο νεράκι απ' την πηγή,
η καλημέρα μας με καλοσύνη
βάλσαμο κι έκλεινε κάθε πληγή.
Αποσπερίζαμε τα κρύα βράδια
με ένα ντάκο και δυο ελιές,
μ' ένα ξεκούρδιστο παλιό λαούτο
καντάδες κάναμε στις κοπελιές.