Γίνανε πάλι τα νεύρα σου τσατάλια
και με σκότωσες όπως σκοτώνουν τα κανάλια,
όπως τρων τις αλεπούδες τα λιοντάρια,
όπως ο χρόνος σκοτώνει τα ζευγάρια.
Κι όπως δεν ήθελα καθόλου να μαλώσω
είπα το χρόνο μου λιγάκι να σκοτώσω,
βρήκα κάτι ρούχα σου στην άκρη πεταμένα
μα όσο τα σιδέρωνα μέναν τσαλακωμένα.
Είναι τα ρούχα σου τα ξεχασμένα
σαν τους ανθρώπους σου ζεστά,
αν δεν τα φοράς μένουνε διπλωμένα,
δεν σε φοράνε κι αυτά.
Κι ας μην είναι όλα λυμένα
κι ας μην είναι τακτοποιημένα
κάνε λίγο χώρο για μένα,
κάνε λίγο χώρο για μένα.
Είδα στην τι-βι κάτι σοφούς παππούδες,
ντοκιμαντέρ για κριάρια και αρκούδες,
είδα σε ριάλιτι κάποιον να υποφέρει
κι ένοιαζε η ζωή μου κάπως να μ’ ενδιαφέρει.
Λοιπόν φόρεσα τα ρούχα σου κι έκανα τον καμπόσο
να ξέρεις πως μου πήγαιναν αλήθεια τόσο όσο.
Με στένευαν, μου φώναζαν κάπου λιγάκι όπα
μα είναι η ζωή η πιο μεγάλη ντόπα.
Είναι τα ρούχα σου τα ξεχασμένα
σαν τους ανθρώπους σου ζεστά,
αν δεν τα φοράς μένουνε διπλωμένα,
δεν σε φοράνε κι αυτά.
Κι ας μην είναι όλα λυμένα
κι ας μην είναι τακτοποιημένα
κάνε λίγο χώρο για μένα,
κάνε λίγο χώρο για μένα.