Ο δικαστὴς μ᾿ ἀπάλλαξε, λόγῳ ἀμφιβολίας, ὅτι ἐγὼ τὴν ἔσπρωξα τὴν τρυφερὴ Γεωργία. Καὶ τὸ κεφάλι χτύπησε, τὴ σύντριψε ὁ πόνος κι ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ αἵματα μ᾿ ἔπιασε μέγας φόβος. Λέω τοῦ Θανάση γρήγορα, Θανάση, βγέκα ὄξω γιατὶ τὴ Γεωργούλα μας τὴν τρώει ὁ Κάτω Κόσμος. Βγαίνει ὁ Θανάσης σὰν ἀητός, στὴν ἀγκαλιὰ τὴν παίρνει, καὶ τὰ φτερά του ἄνοιξε, στὴ χώρα τήνε φέρνει. Κι ἕνας χασάπης, τι γιατρός, φωτιὰ νὰ τόνε κάωει, τὴν ἔραψε σὰν νά ῾τανε ἄχυρο σὲ τσουβάλι. Μὰ ὁ Καϊμακλιώτης Καλαβᾶς μ᾿ ἕναν ἐκ Γερμανίας τὴν κέντησαν σὰν νά ῾τανε τσεβρὲς ἀπ᾿ τὴν Περσία, τὴ φρόντισαν σὰν νά ῾τανε φορτίο ἀπ᾿ τὴν Περσία. Κι ὅταν χαθοῦν μὲ τὸν καιρὸ πόνοι, καημοὶ καὶ πάθος, θὰ μείνει, Γεωργούλα μου, ἡ πτήση σου στὸ χάος.