Τώρα πού ῾μαι ζωντόχηρος ἡ μοναξιὰ μὲ δέρνει κι ἕνας τσομπάνης στὸ χωριὸ μὲ βρίσκει καὶ μοῦ λέει: Τι θέλεις μόνος στὸ βουνὸ στὰ νιάτα σου ἀπάνω, τουλάχιστο ἔχεις συντροφιὰ κάνα κομμάτι γράβο; Ὅλο διαβάζεις, μελετᾶς, Βόγκτ, Σπίνραντ, Ντίκ, Χενλάιν καὶ Μπέστερ, γιατί δὲν πᾶς στὸ φεστιβὰλ νὰ νιώσεις λίγο χάι; Μ᾿ ἐμᾶς, τοὺς γέρους, τι ζητᾶς στὴν ἐρημιὰ τοῦ κόσμου; μ᾿ ἂν θὲς ν᾿ ἀρμέξεις πρόβατα ἕνα χεράκι δῶσ᾿ μου. Γιάννη μου, νὰ μὲ συμπαθᾶς, ὄχι κτηνοτροφία, γιὰ τὰ Σαββατοκύριακα μοῦ φθάν᾿ ἡ Γεωργία.