Μάκρυνες τὰ νύχια τῶν χεριῶν σου, τά ῾βαψες μὲ ὄζα διαφανῆ, ξέμπλεξες τ᾿ ἀχτένιστα μαλλιά σου, παίρνεις ὄψη μικροαστική. Τὸ μονόλογό σου καταφέρνεις, σὲ καφὲ καὶ ντίσκο νὰ ξεχνᾶς, καὶ ὅμως ἀπ᾿ τὸ σπίτι ὅταν περάσεις, φουστίτσα καὶ γοβάκι δὲ φορᾶς. Κι ἂν φορέσεις, εἶναι ποὺ σὲ πείθει τῆς ζωῆς ποὺ κάνεις ἡ χαρά, μιὰ χαρὰ ποὺ λίγο εἶναι δική σου καὶ σὲ κάνει νὰ λὲς εἶμαι καλά.